Τετάρτη, 25 Σεπτεμβρίου 2013

Ξημερωμα..


Ασε τα λογια μου να φτασουν στα πιο απομερα κομματια της μικρης, παιδικης σου ψυχης.
Αστα να γινουν ακτινες,
σαν αλλος ηλιος
να φωτισουν τις πιο σκοτεινες μεριες σου
να γινουν σπιθες,
φλογες μιας τεραστιας φωτιας
να ζεστανουν τις πιο παγωμενες σου ανασες.

Γεμισαμε το μυαλο μας με χαμογελα ντυμενα αγκαλιες
Δαχτυλα μπλεγμενα με λουλουδια.
Ψιθυροι γεματοι λαγνα ροδοπεταλα 
Κι εχουμε ακομα τοσο δρομο μπροστα μας..


...και κατω απο τα ποδια μας ο ηλιος ξυπναγε σιγα σιγα αυτη τη πεθαμενη πολη...

Χαμογελο..

Πέμπτη, 5 Σεπτεμβρίου 2013

μια τυπικη μερα

Στην ηλικια σου. καθε αλλο απο 'περιθωριακος'. Περπαταει λιγο ζαλισμενα, σκεφτεσαι οτι ειναι πρεζακι.
-σας περισσευει 1 ευρω;
καμια απαντηση.

-σας παρακαλω, εχω να φαω απο χθες. σας παρακαλω, μη μου δωσετε λεφτα, παρτε μου μια τυροπιτα. 1 ευρω εχει.
Τους βλεπεις ολους να τον προσπερνανε χωρις καν να τον κοιτανε.
Τι διαολο, ουτε αορατος να ηταν.

Με μια φωνη που δεν προκειται να σβησει για καιρο απο το μυαλο σου, ακουμπαει στον τοιχο,
-γιατι με αγνοειτε ολοι; μη με αγνοειτε, σας παρακαλω, δεν ειμαι ναρκομανης, ανεργος ειμαι. σας ορκιζομαι, γιατι με αγνοειται ολοι;

Κατι σπαει μεσα σου. Για καποιο λογο θες να φυγεις, να εξαφανιστεις, να μην ακους τιποτα.
Κατι σε βαραινει.
Κι αν ησουν εσυ εκει?
να βλεπεις καθε μερα τοσο κοσμο να περναει απο μπροστα σου, να τον παρακαλεις για μια τυροπιτα κι αυτοι να μη σε κοιτουν καν.
ο καθενας για τους δικους του λογους.
Ισως προτιμουν να σκεφτονται οτι δεν υπαρχεις. να μη τους περασει απο το μυαλο πως ειναι να εισαι εσυ.
Αλλοι απλα αδιαφορουν. Τους εβγαλαν ολους 'πρεζακια' για να εχουν μια δικαιολογια να μη δωσουν τιποτα και να εχουν κ καθαρη τη συνειδηση τους.
Αλλα το χειροτερο.. Οι πιο πολλοι απλα το εχουν συνηθισει.
Συνηθισαν τους επαιτες.
Συνηθισαν να βλεπουν απλωμενα χερια καθε 5 μετρα.
Μια εικονα τοσο γνωριμη πια.
Στην αρχη σε σοκαρε.
Μετα σου προξενησε λυπη.
Τωρα τη συνηθισες κ δεν ειναι πια σημαντικη.
Μερος του δρομου σου μονο.
Ανοσια.
Εθνικη .

*τελικα περπατουσε ετσι απο τη πεινα.


"Πείνασα, και δε μου δώσατε να φάω "

[Κατά Ματθαίον, 25.31 (41-43)].